Δημήτρης Κοτάκος

Διηγήματα, Χρονογραφήματα του Δημήτρη Κοτάκου
Photo by Annie Spratt on Unsplash
Pin It

 Υπέφερα στις οικογενειακές συγκεντρώσεις. Αν και ήμουν μόλις επτά ετών αυτή η πίεση που ένιωθα, με οδηγούσε σε τρομερές σκέψεις. Για όλους, χωρίς εξαίρεση. Φανταζόμουν ότι αρπάζω το μαχαίρι από το τραπέζι και μαχαιρώνω έναν έναν τους συγγενείς που με αγκαλιάζουν και με φιλούν, με το ζόρι. Να πεις πως είμασταν στη ξενιτιά και είχαν να μας δουν χρόνια, να το καταλάβω. Όχι, και λίγες ώρες πριν να μου είχαν ξαναδεί, η ίδια αντίδραση.

«Φίλησε με καλέ!»
«Φίλησε παιδί μου την θεία σου! Μην είσαι ακοινώνητος!»
«Αφού δεν με φιλάς εσύ θα φιλήσω τον αδερφό σου!»

Αχ αυτός ο αδερφός μου. Τι είχε τραβήξει. Με μισούσε. Μετά από κάθε αγκαλιά και φιλί με κοιτούσε με μίσος. Ίσως γι’ αυτό ήταν και τόσο επιθετικός απέναντι μου. Μου είχε πετάξει μαχαίρι την ώρα του φαγητού. Δεν με πέτυχε. Θυμάμαι όμως μία φορά που παίζαμε σε μία αλάνα, είχε εκσφενδονίσει ένα μικρό κομμάτι από σπασμένο πλακάκι. Εκείνο μου είχε καρφωθεί στο κούτελο. Ποτάμι το αίμα. Κάπως έπρεπε να εκτονωθεί κι αυτός. Τίποτα όμως δεν μπορούσε να αλλάξει το γεγονός ότι εγώ είχα αποκτήσει την ταμπέλα του προβληματικού, αντικοινωνικού παιδιού που κανένας δεν ήθελε να με φιλήσει, ενώ εκείνος υπέφερε υπομονετικά όλη εκείνη την έκρηξη αγάπης των συγγενών.
«Μπορείς να σκουπιστείς αν σιχαίνεσαι…» Του έλεγαν συχνά. Ντρέπονταν να σκουπιστεί.

Τα χειρότερα συνέβαιναν στις οικογενειακές συγκεντρώσεις όπου ήταν καλεσμένη και η θεία μου η Τούλα. Δεν προλάβαινες να αντιδράσεις. Είχε μία τελείως διαφορετική τεχνική επίθεσης από τους υπόλοιπους συγγενείς. Δεν σου έδινε καμία σημασία όταν έμπαινε στο σπίτι, υποθέτω για να θεωρήσεις ότι την γλύτωσες, και σε ανύποπτη στιγμή σε άρπαζε από πίσω και σε κλείδωνε στην αγκαλιά της. Τα φιλιά της ήταν πολύ υγρά και σου άφηναν στο μάγουλο μία ασυνήθιστη ποσότητα σάλιου. Ήταν αυτό που με ανατρίχιαζε περισσότερο. ίσως να έφταιγε η μασέλα που ξεκολλούσε συνέχεια. Η θεία προσπαθούσε να κρατήσει μυστικό πως φοράει μασέλα.
«Α μωρή Τούλα... Πάρε αυτή την κόλλα που διαφημίζει η τηλεόραση! Θα μασάς τη μπριζόλα σαν μηχανάκι!» Της έλεγε η ξαδέρφη της η Μαρία όταν ήθελε να την πειράξει.
«Που να μπει ο διάολος μέσα σου! Φοράω εγώ μασέλα;»

Με τη θεία παρούσα στις οικογενειακές συγκεντρώσεις τα βάσανα δεν τελείωναν έτσι απλά.
«Όλα τα καλά παιδιά, κάθονται ήσυχα στις καρέκλες τους!» Έλεγε, και κάθε φορά που περνούσε από δίπλα μας.
«Μπράβο τα καλά παιδία!» Ξανάλεγε.

Για να πάμε στην τουαλέτα δεν ρωτούσαμε την μάνα μας, αλλά τη θεία. Δε τολμούσες να κουνηθείς από την καρέκλα. Ποτέ μου δεν κατάλαβα. Ποιο φυσιολογικό παιδί, γεμάτο ενέργεια, μπορεί να κάτσει τόσες ώρες ακίνητο σε μία καρέκλα. Κάτι θα μας έχει αφήσει αυτό. Σίγουρα.

Την ενοχλούσαν επίσης οι επαναλαμβανόμενοι ήχοι. Τα τζιτζίκια το καλοκαίρι ήταν ο χειρότερος εφιάλτης της. Της έρχονταν να τρελαθεί. Θυμάμαι στο χωριό που έβγαινε έξω και έβρεχε τα δέντρα με το λάστιχο. Εκείνα σταματούσαν για λίγο και συνέχιζαν χαρούμενα. Έπαιρνε χάπια για να κοιμηθεί. Τα τζιτζίκια δε μπορούσε να τα πιάσει, αλλά ο κόκορας που την ξυπνούσε νωρίς το πρωί, δεν είχε την ίδια τύχη.
«Άσε τα μπαρμπούνια! Εσύ θα φας πρώτα αυτόν τον κερατά!» είπε με καμάρι, δείχνοντας την πιατέλα με κοκκινιστό κρέας ένα μεσημέρι που τρώγαμε όλοι μαζί στην αυλή.
«Τον Κερατά τον κόκορα που με ξύπνησε! Να μάθει ο κερατάς!».

Πληθωρική γυναίκα. Όχι πάνω από 1,60, γεμάτη, με πολύ μεγάλο στήθος. Φορούσε πάντα εμπριμέ μακριά φορέματα. Υπήρξε από τις καλύτερες ράφτρες του 1Μινιόν στα νιάτα της. Βγήκε στην σύνταξη λίγο πριν καεί συθέμελα. Από το χωριό είχε φύγει πολύ μικρή. Για την ακρίβεια την έδιωξαν με τις πέτρες. Ποια γυναίκα στην μεταπολεμική Ελλάδα έβγαζε το βρεγμένο μαγιό για να αλλάξει, γυμνή στην παραλία. Έκανε τρεις γάμους και πέθαναν όλοι τους. Στο χωριό έλεγαν πως τους είχε σκοτώνει εκείνη.

Ο χειμώνας που ήρθε ήταν επεισοδιακός για το σόι. Χειμώνας του ’87. Η ξαδέρφη μου, μόλις είχε περάσει στην Καλών Τεχνών, κλείστηκε στο δωμάτιο της για ένα περίπου μήνα, κλαίγοντας για τον άδικο θάνατο του Άντι Γουόρχολ2 και έπαθε δηλητηρίαση από νικοτίνη. Επίσης ο θείος μου ο Νικόλας έπιασε την θεία μου την Ανδρονίκη στο πίσω μέρος ενός φορτηγού με έναν τσιγγάνο, την προηγούμενη της λαϊκής που γίνονταν κάθε Σάββατο στο δρόμο κάτω από το σπίτι της. Ήταν το πρώτο θέμα συζήτησης εκείνο το χειμώνα.
«Μα μου έκανε εντύπωση! Πήγαινε λαϊκή και κουβαλούσε πανσέδες, χρυσάνθεμα, κυκλάμινα. Φυτώριο είχε κάνει το σπίτι. Που να φανταστώ πως είχε κάνει τον γύφτο πλούσιο;» Έλεγε η μάνα της συνέχεια, χωρίς να την ρωτήσει κανείς, νιώθοντας την ανάγκη να απολογηθεί.

Ο θείος Νικόλας δεν μιλούσε ποτέ γι’ αυτό, σαν να μην συνέβη ποτέ.
«Θα έχουμε δύσκολο καλοκαίρι με τους Τούρκους στο Αιγαίο. Δεν μας τα λέει καλά ο Χαραλαμπόπουλος3» Έλεγε συνεχώς. Ήταν απόστρατος αξιωματικός του ναυτικού και είχε ψώνιο.
«Με τον Αντρέα αρχηγό μη φοβάσαι τίποτε!» Του απαντούσε ο πατέρας μου και μετά άλλαζε γρήγορα θέμα για να μην τσακωθούν για τα πολιτικά. «Λες να φύγει ο Νταϊφάς4 από τον Ολυμπιακό;»
«Να πάει όπου θέλει. Πρωτάθλημα να πάρουμε.» Απαντούσε εκείνος.

Εμάς δεν μας άφηναν στο σαλόνι για να μην ακούσουμε ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για τη θείας Ανδρομάχη. Ήταν ο πρώτος χειμώνας που είχαμε βρει την ησυχία μας. Αφού τελειώσαμε το σχολείο αρχίσαμε τις ετοιμασίες για το χωριό. Πρώτη Ιουλίου μας άφηναν και μας γύριζαν πίσω μετά το δεκαπενταύγουστο. Εκείνα τα καλοκαίρια δεν θα τα ξεχάσω ποτέ. Οι πρώτοι έρωτες, οι πρώτες χυλόπιτες τα πρώτα τσιγάρα. Δύσκολα τα ξεχνάς αυτά.
Φτάσαμε στο χωριό αργά το μεσημέρι. Μας φόρτωσε ο Θείος μου ο Παντελής από το ΚΤΕΛ, στην καρότσα του αγροτικού και μας ανέβασε σπίτι. Ο δρόμος σε κακό χάλι. Κάθε χρόνο και χειρότερα.
«Αφού τα τρώνε τα χρήματα» 'Έλεγε συχνά. Τότε δεν μπορούσα να καταλάβω τι εννοούσε.

«Θα κάνετε ησυχία… Η θεία η Τούλα παίρνει φάρμακα και δεν μπορεί τη φασαρία.» Είπε καθώς μας ξεφόρτωνε από τη καρότσα.
«Ωχ, τα ίδια και τα ίδια…» μουρμούρησε ο αδερφός μου.
«Τουλάχιστον δεν θα την βλέπουμε την ώρα του μπάνιου. Πέρσι που την τσίμπησε τσούχτρα δήλωσε πως δεν ξαναμπαίνει στη θάλασσα.» Τον καθησύχασα.

Πλησιάζοντας στο σπίτι η θεία ήταν καθισμένη σε μία καρέκλα στην σκιά της αυλής. Περπατήσαμε χωρίς φωνές και φασαρία.
«Τι κάνεις θεία;» Την ρώτησα, περιμένοντας την έκρηξη χαράς με αγκαλιές και υγρά φιλιά. Άπλωσε το χέρι της προς το μέρος μου και με κοίταξε σαν χαμένη. Δεν υπήρχε τίποτα στα μάτια της. Πρώτη φορά έβλεπα στα μάτια ενός ανθρώπου, αγωνία και φόβο μαζί. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ εκείνο το βλέμμα. Σαν μικρού κοριτσιού που έχει χαθεί και ψάχνει τους γονείς του. Ο αδερφό μου τρόμαξε και χώθηκε γρήγορα σπίτι.
«Είδες πως κρέμονται τα μπράτσα της; Και τα μάτια της... είναι λίγο τρομαχτικά.» Ψιθύρισε.
«Βαριά μορφή Αλτσχάιμερ. Μέσα σε 3 μήνες το έχασε τελείως…» Μας είπε ο θείος το βράδυ στο τραπέζι.

Ο Ιούλιος του 1987 ήταν αφόρητος. Η χώρα έβραζε. 1.115 νεκροί μόνο στην πρωτεύουσα. Στο χωριό η κατάσταση ήταν το ίδιο δυσβάσταχτη από την υγρασία. Κάποιες φορές η θερμοκρασία έφτανε τους 43 βαθμούς. Ένα μεσημέρι, μετά το φαΐ, είχαμε αράξει και διαβάζαμε κόμικς στην αυλή. Δίψασα και αποφάσισα με πολύ κόπο και σκέψη να πάω μέχρι τη κουζίνα. Τη θεία την ξάπλωναν στο ντιβάνι δίπλα στο παράθυρο της κουζίνας για να έχει δροσιά.

Μόλις πέρασα τη πόρτα την είδα που προσπαθούσε κάτι να μου πει, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω. Κάτι μου έδειχνε με το χέρι και ψέλλιζε. Τα χείλια της έτρεμαν και τα μάτια της ήταν βουρκωμένα.
«Θείε... κάτι θέλει θεία. Μου λέει κάτι, αλλά δεν καταλαβαίνω.»
«Μπα… Τίποτα δεν θέλει! Έτσι κάνει κάθε μεσημέρι! Μία… δύο… σταμάτησα να ασχολούμαι.» Απάντησε και συνέχισε να διαβάζει στην εφημερίδα του.

Το ίδιο συνέβη και τις απόμενες ημέρες. Η θεία κάτι έδειχνε, κάτι έλεγε και τα μάτια της βούρκωναν. Ώσπου ένα μεσημέρι πετάχτηκα στον ύπνο μου.
«Τα τζιτζίκια! Τα τζιτζίκια!» άρχισα να φωνάζω και έτρεξα έξω. Ο τόπος έβραζε και τα τζιτζίκια φώναζαν δυνατά. Πήρα το λάστιχο και άρχισα να καταβρέχω τα δέντρα μέχρι που σταμάτησαν. Γύρισα στη κουζίνα με αγωνία.
Η θεία μου χαμογέλασε, έκλεισε τα μάτια της και κοιμήθηκε.

Το ίδιο έκανα και τις επόμενες ημέρες. Η θεία έφυγε ένα βράδυ στον ύπνο της πριν μπει ο Αύγουστος.


1 ΜΙΝΙΟΝ Πολυκατάστημα στη γωνία των οδών 28ης Οκτωβρίου και Δώρου στην Αθήνα. Τα ξημερώματα της 19ης Δεκεμβρίου 1980 καταστράφηκε από πυρκαγιά. Σύμφωνα με την πυροσβεστική επρόκειτο για εμπρησμό και αποδόθηκε σε τρομοκρατική ενέργεια.
2 Άντι Γουόρχολ (Andy Warhol 1928 — 1987) Αμερικανός πολυσχιδής καλλιτέχνης, ζωγράφος, γλύπτης, κινηματογραφιστής, συγγραφέας και συλλέκτης, πρωτοπόρος του κινήματος της Ποπ Αρτ.
3 Γιάννης Χαραλαμπόπουλος (1919 – 2014) Στέλεχος του ΠΑΣΟΚ. Από τον Απρίλιο του 1986 ως τον Ιούλιο του 1989 ήταν υπουργός Εθνικής Άμυνας.
4 Σταύρος Νταϊφάς (1927 - 2014) Έλληνας εφοπλιστής και παράγοντας του ποδοσφαίρου.


Audiobook: Ιούλιος του 1987 - Του Δημήτρη Κοτάκου


Δημήτρης Κοτάκος

 

Σχετικά κείμενα

Δημήτρης Κοτάκος

Ο Βασίλης Αλεξάκης έφυγε πριν λίγες ημέρες στις 11 Ιανουαρίου 2021. Η αλήθεια είναι πως γνώρισα τα...

Γιώργος Τζιουβάρας

Ένα αριστοκρατικό Αθηναϊκό παραμύθι Ο Αριστόδημος, δουλεύει στο τσαγκαράδικο του πατέρα τού, που...

Nίκη Μαυροειδή

-Μαμά, να βγω τώρα;-Όχι, μείνε εκεί που κάθεσαι! Δεν έχουμε φτάσει ακόμα στο νοσοκομείο.-Μα...

Ημερολόγιο Εκδηλώσεων

Σεπτέμβριος   2021
Δ Τ Τ Τ Π Σ Κ
    1 2 3 4 5
6 7 8 9 10 11 12
13 14 15 16 17 18 19
20 21 22 23 24 25 26
27 28 29 30      

ΒΙΒΛΙΑ | ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Το λιμάνι στην ομίχλη - Simenon Georges

Διαβάστε

Επιλογές από τη Βιβλιοθήκη

  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9

Γράφουν - Συνεργάζονται

Ντόρα Ρίζου
Τάκης Σιμώτας
Βασίλης Κατσικονούρης
Ευσταθία
Γιώργος Τζιουβάρας Tenorman
Νίκη Μαυροειδή
Δημήτρης Κοτάκος
Βαγγέλης Γαροφάλλου
Μιχάλης Ρίζος
Ροδιανός Αντωνακόπουλος