Γράφει η Ευσταθία
Pin It

«...Γνωρίζοντας ο αναγνώστης την τραγική κατάληξη της ζωής του ποιητή δεν μπορεί να μην ανατριχιάσει διαβάζοντας τις παρακάτω σειρές και να αναλογιστεί το μέγεθος της τραγικής ειρωνείας ή επί το λαϊκότερον πόσο πουτάνα είναι η ζωή...»

«Εσπούδαζον κατά τον χρόνον εκείνον εν Γοτίγγη, μικρά του Αννοβέρου πόλει... « ‘Ετσι ξεκινάει το διήγημά του «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας», ο Γεώργιος Βιζυηνός1 . Αυτοβιογραφείται με έναν μοναδικό και μαγικό τρόπο. Αυτοβιογραφείται (εκτός από το διήγημά του Μοσκώβ Σελήμ) αυτοπαρατηρούμενος και αυτοερμηνευόμενος. Όλη του η ζωή χύνεται μέσα στο έργο του. Μια ζωή ατέλειωτη πάλη, ένας μακρύς κι επίπονος αγώνας ενός ανθρώπου που θέλει να ξεπεράσει τη μοίρα του .

Το περίεργο που συμβαίνει στο διήγημα που προανέφερα είναι ότι ο συγγραφέας εκτός από την προσωπική ιστορία που μας διηγείται, άθελά του «συναντιέται» και με το μέλλον του προμυνήοντας την τραγική του κατάληξη. Μας διηγείται ότι εκεί στη Γοτίγγη που σπουδάζει πιάνει ένα γερό κρυολόγημα στο στήθος . Ο βήχας δεν τον αφήνει ούτε στιγμή. Επισκέπτεται έναν γιατρό, που είναι και καθηγητής του επίσης στο πανεπιστήμιο ,ο οποίος όμως δεν είναι στο ιατρείο του εκείνη την ημέρα καθώς έχει μεταβεί εκτάκτως για ένα περιστατικό στο πρωσικό φρενοκομείο της Γοτίγγης.

Το εν λόγω ίδρυμα, έχει ήδη ακουστά ο Βιζυηνός και θα ήθελε να το επισκεφτεί από επιστημονικό ενδιαφέρον μιας και έχει τη φήμη ενός συγχρόνου ιδρύματος με υποδειγματική οργάνωση. Μόλις φτάνει εκεί, συναντά τον καθηγητή του που μάλιστα είναι φιλέλληνας και του απαγγέλλει με σπαστή προφορά στίχους του Ομήρου. Του προτείνει να τον γνωρίσει στον διευθυντή του ιδρύματος που είναι «ο πατήρ όλων εκεί μέσα» . Και σ’ αυτό το σημείο ο Γεώργιος για έναν ανεξήγητο λόγο παγώνει από το τον τρόμο. Γνωρίζοντας ο αναγνώστης την τραγική κατάληξη της ζωής του ποιητή δεν μπορεί να μην ανατριχιάσει διαβάζοντας τις παρακάτω σειρές και να αναλογιστεί το μέγεθος της τραγικής ειρωνείας ή επί το λαϊκότερον πόσο πουτάνα είναι η ζωή:

«Δεν ηξεύρω πώς αίφνης εσταμάτησε το αίμα εντός των φλεβών μου. Οι λόγοι ούτοι, η ευγένεια μεθ’ ης τους επρόφερε, μ’ενέπνευσαν μίαν παράδοξον υποψίαν∙ ανέκφραστος φρίκη εδέσμευσε την γλώσσαν εν τω στόματί μου. Τί δουλειάν έχω εγώ να κάμω με τον διευθυντή του φρενοκομείου! Μήπως λοιπόν δεν πάσχω μόνον εκ του στήθους; Εσκέφθην αστραπιαίως και ηυχήθην να μη είχε ποτέ μού επιτρέψει ο θυρωρός την είσοδον εις το ά σ υ λ ο ν !»

Τελικά ο καθηγητής του και ο διευθυντής του ασύλου ήθελαν απλά να του γνωρίσουν μία τρόφιμο, νεαρά κοπέλα που έπασχε από ψυχικό νόσημα συνέπεια μιας μεγάλης ερωτικής απογοήτευσης- τραγικής παρεξήγησης που είχε με κάποιον. Η μεγάλη σύμπτωση είναι ότι αυτός «ο κάποιος» ετύγχανε να είναι και φίλος του συγγραφέα. Το έργο τελειώνει με τον θάνατο των δύο νέων.

Ο Γεώργιος Βιζυηνός , οκτώ χρόνια μετά την έκδοση του διηγήματός του, καταλήγει και ο ίδιος «εις το ά σ υ λ ο ν», στο Δρομοκαϊτειο, το 1892 όπου και περνάει τα τελευταία τέσσερα χρόνια της ζωής του. Αφορμή για τον εγκλεισμό του ένας απελπισμένος έρωτας- χωρίς ανταπόκριση- με μία μαθήτριά του, την δετατετράχρονη Μπετίνα Φραβασίλη. Άνθρωποι του φρενοκομίου και της αστυνομίας που πάνε στο σπίτι του να τον μαζέψουν μετά από ειδοποίηση της μητέρας της κοπέλας, τον βρίσκουν ντυμένο γαμπρό, και γύρω του λουλούδια σαν να επρόκειται για γάμο.

Πέθανε στις 15 Απριλίου του 1896, σε μιαν Αθήνα ντυμένη στα γιορτινά λόγω της διεξαγωγής των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων. Το τραγικό και περίεργο συνάμα είναι ότι αμέσως μετά το θάνατό του πέθανε και η αγαπημένη του Μπετίνα, τέσσερις ημέρες μετά το γάμο της. Αυτή τουλάχιστον πρόλαβε και παντρεύτηκε έναν άνθρωπο που αγάπησε.

Οι φίλοι του τον έθαψαν σε έναν τάφο που τους παραχώρησε ο Δήμος Αθηναίων στον οποίο και χάραξαν δύο δικούς του στίχους που τους διάλεξε ο Παλαμάς:
«Κι αντηχούνε στη μαύρη σιγή
Τα πικρά, τα πικρά μου τραγούδια».

Έτσι κάπως πέταξε αυτή η τρυφερή ,βασανισμένη ψυχή για άλλους ουρανούς . Λεπτό και βαθύ το αίσθημά της θα τον κρατάει πάντα ζωντανό στη μνήμη μας σαν να τον έχουμε γνωρίσει από κοντά ∙ αυτόν και τις ιστορίες του με κέντρο τον δικό του ομφαλό της Γης, το χωριό του, την αγαπημένη του Βιζώ.

1. Ο Γεώργιος Βιζυηνός (πραγματικό ονοματεπώνυμο Γεώργιος Μιχαήλ Σύρμας ή Μιχαηλίδης, Βιζύη, 8 Μαρτίου 1849[3] – Αθήνα, 15 Απριλίου 1896 (47 ετών),


Ευσταθία

  Επισκεφτείτε το κανάλι της Ευσταθίας στο Youtube 



Ημερολόγιο Εκδηλώσεων

Ιούνιος   2021
Δ Τ Τ Τ Π Σ Κ
  1 2 3 4 5 6
7 8 9 10 11 12 13
14 15 16 17 18 19 20
21 22 23 24 25 26 27
28 29 30        

ΒΙΒΛΙΑ | ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Το λιμάνι στην ομίχλη - Simenon Georges

Διαβάστε

Επιλογές από τη Βιβλιοθήκη

  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8

Γράφουν - Συνεργάζονται

Ντόρα Ρίζου
Τάκης Σιμώτας
Βασίλης Κατσικονούρης
Ευσταθία
Γιώργος Τζιουβάρας Tenorman
Νίκη Μαυροειδή
Δημήτρης Κοτάκος
Βαγγέλης Γαροφάλλου
Μιχάλης Ρίζος
Ροδιανός Αντωνακόπουλος