Βασίλης Κατσικονούρης

Διηγήματα, Χρονογραφήματα, Ιστορίες
glass art
Pin It

Η ΡΩΓΜΗ ΤΩΝ 7:45 Μ.Μ.
Από το βιβλίο-συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Η ρωγμή των 7:45 μ.μ. και άλλες ιστορίες»
Εκδόσεις Καστανιώτη, 2016


 

Ήταν 7:15 μ.μ. μιας Τετάρτης του Απρίλη του 20…, όταν ο καθηγητής Ιάσων λούστηκε από ένα υπερφυσικό φως, καθώς δίδασκε το μάθημα της Φυσικής στην τάξη Β1.

Ο ίδιος δεν έδειξε να καταλαβαίνει κάτι και το μόνο που του φάνηκε περίεργο ήταν το ξαφνικό καταλάγιασμα της φασαρίας που καθημερινά γινόταν από τα παιδιά στο μάθημά του. Έπειτα από δύο τρία λεπτά η φασαρία επανήλθε στα κανονικά της επίπεδα και το μάθημα τελείωσε μέσα στη συνηθισμένη ατμόσφαιρα απώλειας και χάους, όπου ο καθηγητής Ιάσων προσπαθούσε, υψώνοντας όσο γινόταν μια ψιλή, τρεμάμενη φωνή, να μοιράσει ασκήσεις για το επόμενο μάθημα, που κανείς ποτέ δεν θα έκανε.

Ύστερα θα ακολουθούσαν δυο τρεις ώρες ακόμα βασανιστικού μαθήματος σε άλλα τμήματα και τάξεις του εσπερινού σχολείου, με μοναδική ανταμοιβή ένα αργό, χαλαρωτικό κατούρημα στην τουαλέτα των καθηγητών στο σχόλασμα. Μετά, η διαδρομή με τα πόδια στο σπίτι, η αγορά πρόχειρου φαγητού απ’ έξω και η κατανάλωσή του στο σπίτι σε ένα μοναχικό δείπνο πάνω από μια εφημερίδα ή μπροστά στην τηλεόραση. Κατόπιν λίγο διάβασμα, κάνα δυο τσιγάρα έξω στο στενό μπαλκόνι, ατενίζοντας κάποια άλλα, ακόμα πιο στενά μπαλκόνια, και θα πήγαινε για ύπνο. Και τότε, καθώς θα τον έπαιρνε ο ύπνος, εκεί στη μεθόριο ανάμεσα στο πρώτο όνειρο και στην τελευταία ανάμνηση της μέρας, ο καθηγητής Ιάσων θα καταλάβαινε τι ήταν εκείνο που του είχε συμβεί στις 7:15 μ.μ. της ίδιας ημέρας. Επειδή αυτό ήταν ακριβώς κάτι σαν ανάμνηση και σαν όνειρο μαζί.

Και η άλλη μέρα πάνω σε αυτή τη λεπτή γραμμή μεταξύ πραγματικού και φανταστικού θα κυλούσε για αυτόν. Όχι ότι θα καταλάβαινε και κανείς τη διαφορά. Όλοι στο σχολείο, συνάδελφοι και μαθητές, θεωρούσαν πως κάπου εκεί ήταν πάντα χαμένος, χαμογελώντας ειρωνικά, οι μεν πρώτοι πίσω από την πλάτη του, οι δε δεύτεροι δείχνοντάς του το κατάμουτρα. Και θα παρέμενε ανεξήγητο γιατί επικρατούσε μία τέτοια εντύπωση για το άτομό του, μια και ο ίδιος ο καθηγητής Ιάσων, τουναντίον, ήταν πάντα από την εδώ μεριά της πραγματικότητας, σταθερά προσηλωμένος σε αυτήν. Προφανώς, ό,τι έδινε την αίσθηση πως είχε κάποια πρόσβαση και πέραν της πραγματικότητας ήταν το γεγονός ότι τελικά απλώς την έβρισκε εξαιρετικά ανούσια. Πράγμα που ισχύει για κάθε άνθρωπο που η μοναδική του χαρά εντός της καθημερινότητας είναι απλώς ένα απελευθερωτικό κατούρημα στο τέλος της μέρας. Αλλά όσον αφορά το χάσιμο και την περιδιάβαση σε κάποιες ονειροφαντασίες, κάποιο είδος μυστικής ποίησης και τα λοιπά, όχι, κάτι τέτοιο δεν ίσχυε για τον καθηγητή Ιάσονα.

Όχι τουλάχιστον μέχρι χτες.

Έτσι τώρα, στις 7:15 μ.μ. της επόμενης μέρας, στεκόταν στη μέση της αίθουσας, περιμένοντας πάλι να λουστεί από εκείνο το παράξενο, υπερφυσικό φως. Όμως, η συνήθης φασαρία δεν καταλάγιαζε κι ούτε κάτι άλλο συνέβαινε. Παρέμενε εκεί, στη μέση της τάξης, ασάλευτος, ίσως και γελοίος, να υφίσταται την καζούρα των μαθητών του, μάταια περιμένοντας εκείνο το φως που θα τον λύτρωνε (έστω και για δυο τρία λεπτά) από τη χλεύη του κόσμου αυτού. Αλλά αυτή η αίθουσα δεν ήταν η τάξη του Β1.

Στο Β1 θα είχε μάθημα την επόμενη βδομάδα, την επόμενη Τετάρτη. Και μέχρι τότε η πραγματικότητα θα είχε αποκατασταθεί πλήρως για τον Ιάσονα, εγκλωβίζοντάς τον σε ένα κύκλωμα ζωής απολύτως κλειστό και στεγανό, σαν εκείνα που σχεδίαζε στον πίνακα για τους μαθητές του. Το όλο περιστατικό είχε καταλήξει να αρχειοθετηθεί κάπου σε μια ακαθόριστη ζώνη της μνήμης, κάτι σαν τυχαία συνάντηση μιας ηλιόλουστης μέρας όταν κάποιος πηγαίνει στη δουλειά του βιαστικός κι απλώς έχει το χρόνο ίσα να προσέξει μια όμορφη κοπέλα που έρχεται από απέναντι. Θα την προσέξει, θα τη θαυμάσει κι ύστερα, συνεχίζοντας τον δρόμο του, θα την ξεχάσει.

Τι γίνεται, όμως, αν την επόμενη μέρα, την ίδια ώρα και στο ίδιο σημείο την ξαναδεί;

Και ο Ιάσων την επόμενη βδομάδα, την ίδια ώρα και στο ίδιο σημείο της αίθουσας Β1, στεκόταν έχοντας ξεχάσει ότι κατά βάθος κάτι περίμενε…

Θυμήθηκε ότι αυτό είχε έρθει από την περίεργη ησυχία που άξαφνα απλώθηκε σε όλη την τάξη. Κοίταξε ψηλά, εκεί από όπου ερχόταν το φως. Και άρχισε να βλέπει. Και ό,τι είδε, δεν το είχε ξαναδεί. Και ό,τι ένιωσε, δεν το είχε ξανανιώσει. Και όταν τελείωσε, δεν ήθελε να έχει τελειώσει. Καθώς σωριαζόταν στην έδρα του εξουθενωμένος από την τόση ομορφιά, συνειδητοποίησε ότι όλο αυτό ερχόταν από ένα μικρό τζαμάκι βιτρό, ξεχασμένο κάπου ψηλά στον τοίχο της αίθουσας, που έβλεπε προς την αυλή, και λίγο πιο κάτω από εκεί που άρχιζε το ταβάνι. Έμεινε να το κοιτάζει. Σαν σκύλος που του πετάξαν ένα κοκαλάκι ευτυχίας από κάποιο μυστικό δείπνο αμβροσίας και περίμενε για ένα ακόμα μικρό κέρασμα. Απροστάτευτος όμως τώρα από τη μαγεία και τη γοητεία του φωτός, έδειχνε ακριβώς μόνο αυτό: ένας αξιολύπητος σκύλος, κάτι που πάντα θα διεγείρει τρομερά το ένστικτο της κυριαρχίας στα παιδιά, που παίρνουν με τις πέτρες το κακόμοιρο ζώο.

Το μάθημα τελείωσε μέσα σε μία απόλυτη οχλαγωγία, στο μέσο της οποίας ο καθηγητής Ιάσων καθόταν ατάραχος με ένα εκστατικό χαμόγελο.

Κι έτσι θα γινόταν από τώρα και στο εξής. Θα του έπαιρνε πάντα αρκετή ώρα μέχρι να συνέρθει. Αν και το ήξερε πως το να συνέρθει δεν είχε πάλι και μεγάλη διαφορά όσον αφορά την εντύπωση που έδινε στους γύρω του. Οι άλλοι εξακολουθούσαν να τον θεωρούν, έτσι κι αλλιώς, ελαφρώς ανισόρροπο. Μόνο που τώρα μπορεί να είχαν και κάποιο δίκιο. Εκείνο το αρραγές και απροσπέλαστο κύκλωμα στο οποίο ήταν γερά εμφυτευμένος και το οποίο συνιστούσε τη ζωή του, είχε κάπου τώρα κάνει ένα ράγισμα. Και ο ίδιος, σαν έγκλειστος που ανίχνευε κάποια πνοή φρέσκου αέρα, όλο και τριγυρνούσε γύρω από εκεί. Πράγματι, για όλη την επόμενη βδομάδα προσπαθούσε να βρει μια ευκαιρία να χωθεί στην τάξη του Β1. Όμως, το ωρολόγιο πρόγραμμα του σχολείου τού επέτρεπε να έχει πρόσβαση εκεί μόνο μία φορά τη βδομάδα, κάθε Τετάρτη απόγευμα. Αλλά αυτός δεν μπορούσε να περιμένει μέχρι τότε. Μια φορά, μάλιστα, τα κατάφερε και μπήκε στην τάξη Β1 την ώρα της Ιστορίας για να κάνει μια ανακοίνωση του σχολικού συμβουλίου. Η ώρα ήταν 7:15 μ.μ. Όταν τελείωσε ήταν περίπου 7:18 μ.μ. Και η ανακοίνωση που τους διάβασε πήγαινε πάνω κάτω ως εξής:

«Σύμφωνα με απόφαση του σχολικού συμβουλίου, είμαστε όλοι φτιαγμένοι από φως. Αυτό είναι όλο. Δεν έχω τίποτε άλλο να σας πω. Έτσι κι αλλιώς, εγώ μέσα μου τίποτα δεν έχω παρά μόνο σκοτάδι, τι να σας πω; Κι ούτε θα έπρεπε να σας διδάσκω. Οι δάσκαλοι σταματάνε τα παιδιά, τους δείχνουν πώς να μην είναι παιδιά. Τους λένε ότι θα πεθάνουν. Τα μαθαίνουν πώς να πεθάνουν!»

Όταν τελείωσε, ή μάλλον αφού τον διέκοψε, η συνάδελφός του καθηγήτρια της Ιστορίας τον έσπρωξε απαλά προς την έξοδο και εξίσου μαλακά του πήρε από τα χέρια την ανακοίνωση, η οποία τελικά αναφερόταν στο πρόγραμμα κάποιων εξετάσεων του σχολείου, για να τη διαβάσει η ίδια στα παιδιά. Όμως, και αυτή δεν κατάφερε να ολοκληρώσει την ανακοίνωση, καθώς τη διέκοψε ένα παιδί:

«Κυρία;»

«Ναι;»

«Εμείς δεν θέλουμε να πεθάνουμε, κυρία...»

Και έτσι, από εκείνη τη μέρα ο καθηγητής Ιάσων κέρδισε τον σεβασμό των μαθητών του. Τα παιδιά, πεισμένα από τα λόγια του, έστω κι αν δεν κατάλαβαν τίποτα, ανέπτυξαν απέναντί του ένα είδος σεβασμού, όπως όταν βρίσκεται κανείς μπροστά σε κάτι ακατανόητο αλλά και ιερό ταυτόχρονα. Τα νέα διαδόθηκαν και στις άλλες τάξεις. Το μάθημά του τώρα πια γινόταν μέσα σε κατανυκτική ησυχία, σαν σε θρησκευτική ακολουθία που ο μυστικισμός της κορυφωνόταν κάθε Τετάρτη στις 7:15 μ.μ., με το μυστήριο του φωτισμού του μέσα από το βιτρό τζάμι του Β1. Τα παιδιά άφωνα παρακολουθούσαν τον καθηγητή τους να μεταμορφώνεται σε κάτι πέραν του κόσμου, καθώς και ο ίδιος με τη σειρά του φαινόταν να παρακολουθεί κάτι άλλο πέρα από αυτό τον κόσμο. Επρόκειτο για ένα είδος παραλίγο ανάληψης, που, αν κρατούσε λίγο παραπάνω από δυο τρία λεπτά, θα ολοκληρωνόταν εκεί μπροστά στα έκπληκτα μάτια των μαθητών. Αλλά κάτι τέτοιο δεν γινόταν. Επέστρεφαν όλοι από αυτή τη μυσταγωγική εμπειρία μέσα σε ηρεμία, με τον δάσκαλό τους ανάμεσά τους να χαμογελάει γαλήνια, σαν να ήταν ο γκουρού τους. Και τώρα δεν τον κορόιδευε κανείς.

Και όχι μόνο αυτό. Η καθηγήτρια της Ιστορίας –η ωραιότερη γυναίκα του σχολείου και ίσως όλων των σχολείων της περιφερείας και αντικείμενο πολλών ονείρων και ονειρώξεων μαθητικών αλλά και καθηγητικών–, από τη στιγμή που τον είδε κάτω από το μαγικό φως του βιτρό, είχε αρχίσει να έχει αισθήματα προς το πρόσωπό του, όχι μόνο συναδελφικά. Αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο από τους άντρες συναδέλφους του, δημιουργώντας τους αντίστοιχα έναν σεβασμό που ενστικτωδώς νιώθουν πάντα οι άντρες για κάποιον ομόφυλό τους, όταν αυτός ξετρελαίνει μία ωραία γυναίκα. Οι δε γυναίκες καθηγήτριες άρχισαν να βλέπουν με κάπως πιο διερευνητικό μάτι την περίπτωσή του, υποσυνείδητα θεωρώντας ότι, αν τραβούσαν το ενδιαφέρον του, αυτό θα ήταν μια δική τους γυναικεία νίκη απέναντι στην όμορφη συνάδελφό τους της Ιστορίας (που επιπλέον ήταν και αχώνευτη, ή μάλλον επειδή ήταν όμορφη ήταν και αχώνευτη).

Και άλλα ευχάριστα άρχισαν να συμβαίνουν για τον καθηγητή Ιάσονα. Η όλη μεταστροφή του κλίματος στο σχολείο σε μία ευμένεια προς το πρόσωπό του οδήγησε μέχρι και να του προταθεί η θέση του υποδιευθυντή για την επόμενη χρονιά. Ακόμα κι ένα λαχείο, που είχε πάρει από έναν φορτικό λαχειοπώλη, του κλήρωσε ένα σημαντικό ποσό. Ο ίδιος όμως τα αρνιόταν όλα αυτά ευγενικά, και ούτε και πήγε ποτέ να παραλάβει τα χρήματα του λαχείου, ούτε και δέχτηκε τη θέση του υποδιευθυντή, και το χειρότερο, ούτε ποτέ ενέδωσε στα κάλλη της συναδέλφου της Ιστορίας.

Καμία ηδονή ή ικανοποίηση από αυτά ή κάτι άλλο παρόμοιο δεν θα μπορούσε ποτέ να του έφερνε έστω και λίγη από την ευτυχία που ένιωθε κάθε Τετάρτη απόγευμα κάτω από το φως του βιτρό. Όλες οι χαρές και οι επιτυχίες αυτού του κόσμου ήταν για εκείνον πενηνταράκια ή δεκάρες, που βλέπει κανείς στο πεζοδρόμιο και βαριέται να σκύψει να τα μαζέψει. Γιατί αλλού ήταν ο θησαυρός του κυρίου Ιάσονα. Έξω από τον κόσμο εδώ. Εκείνο το στρογγυλό τζαμάκι του βιτρό ήταν σαν μία τρύπα που είχε ανοίξει στο προστατευτικό κέλυφος του τρισδιάστατου κόσμου μας, και αυτός –μόνο αυτός– είχε την πρόσβαση προς άλλες διαστάσεις και άλλους τρόπους ύπαρξης. Έστω και για λίγα λεπτά. Ήταν αυτός και μόνο αυτός που –σε αντίθεση με διάφορους αστρονόμους που εντοπίζουν συνεχώς μαύρες τρύπες– είχε ανακαλύψει πρώτος μια φωτεινή τρύπα στο σύμπαν. Σαν Οδυσσέας είχε ανακαλύψει ένα νησί με Σειρήνες, όπου αυτός μόνο είχε τα αυτιά του ανοιχτά να ακούει το γλυκό τους τραγούδι, ενώ όλοι οι άλλοι με βουλωμένα αυτιά τραβούσαν κουπί κάθε μέρα σε ένα ταξίδι δίχως σκοπό. Σαν Προμηθέας έβλεπε από μακριά τη λάμψη μιας φωτιάς που τη γλύκα και τη θαλπωρή της ένιωθε ως το υπέρτατο αίσθημα. Ήταν αυτός σαν ο πρώτος αγνός και άσπιλος χριστιανός που κρυφοέβλεπε μέσα από ένα άνοιγμα του παραπετάσματος τη Βασιλεία των Ουρανών. Και τίποτα, μα τίποτα δεν θα μπορούσε πια να έχει την παραμικρή σημασία. Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι όταν απλώς δεν νιώθουν δυστυχισμένοι. Όμως, κάποιοι λίγοι, πολύ λίγοι, σαν έχουν αγγιχτεί από μία απόλυτη και τέλεια ευτυχία, δεν μπορούν μετά παρά να νιώθουν μόνο δυστυχείς με οτιδήποτε άλλο σε αυτή τη ζωή.

Επειδή ακριβώς δεν είναι τέλεια και απόλυτα ευτυχισμένοι.

Σε αυτή την απολυτότητα είχε οδηγηθεί ο καθηγητής Ιάσων. Τίποτα δεν τον ένοιαζε πια. Προσοχή, όμως! Δεν είχε περιπέσει σε κάποια κατάσταση ακηδίας για τα πάντα. Τα διεκπεραίωνε όλα όπως έπρεπε και όπως ήταν προσδοκώμενο από το περιβάλλον του. Επρόκειτο, βέβαια, για κάποιο είδος στρατηγικής για να τον αφήνει αυτό το περιβάλλον στην ησυχία του. Σαν το περιστέρι του άλλου μυθικού Ιάσονα, περνούσε μέσα από τις συμπληγάδες της καθημερινότητας αφήνοντας πίσω του μόνο λίγα φτερά και πούπουλα σε όσους βολεύονταν με κάτι τέτοια πράγματα στη ζωή τους. Ο ίδιος ασταμάτητα θα πετούσε προς την ελευθερία. Προς εκείνο το μακρινό φως των τεταρτιάτικων απογευμάτων στην τάξη του Β1. Κι αν τον ένοιαζε, αν για κάτι πρακτικό στ’ αλήθεια νοιαζότανε, αυτό ήταν εκείνο το βιτρό τζάμι. Και η ιστορία του.

Πώς είχε βρεθεί εκεί; Ποιος το έβαλε; Και πότε;

Με διακριτικό τρόπο είχε προσπαθήσει να μάθει από τον διευθυντή και τους άλλους καθηγητές. Κανείς τους δεν ήξερε τίποτε. Ακόμα και ο πιο παλιός καθηγητής εκεί μέσα το τζάμι το είχε βρει στο σχολείο όταν ήρθε. Άρχισε να ρωτάει τις καθαρίστριες. Ούτε κι αυτές ήξεραν κάτι. Τον παρέπεμψαν στον επιστάτη. Κι εκείνος του είπε:

«Πήγαινε να δεις τον Πρόδρομο».

Ο Πρόδρομος ήταν ο πρώτος επιστάτης του σχολείου προ αμνημονεύτων χρόνων.

«Και πού θα τον βρω;» ρώτησε ο Ιάσων.

«Δεν είναι μακριά…»

Ο Πρόδρομος, σαν ένα απομεινάρι της ιστορίας του σχολείου, ζούσε κάτω στα υπόγεια, σε ένα καμαράκι κοντά στον καυστήρα. Γιατί συνέβαινε αυτό, κανείς δεν ήταν σε θέση να το ξέρει. Όλοι αγνοούσαν την ύπαρξή του. Παρότι ήταν εκεί. Όπως και το βιτρό. Όποιοι διευθυντές είχαν περάσει από το σχολείο, εκεί τον είχαν βρει να λαθροβιοί, κάτω στο υπόγειο, σαν ένα φάντασμα της όπερας. Ο τωρινός διευθυντής μάλιστα του έδινε πού και πού κάποιες δουλίτσες να κάνει στο σχολείο, όταν όλοι έλειπαν, με αντάλλαγμα τη διαμονή του. Σοφό εκ μέρους του αυτό, αν ληφθεί υπόψη ότι κάνας δύο από τους προηγούμενους διευθυντές είχαν κάποια περίεργα ατυχήματα καθώς κατέβαιναν τις σκάλες προς το δωματιάκι του, για να συζητήσουν την έξωσή του από το κτήριο. Αυτές τις σκάλες που κατέβαινε τώρα και ο Ιάσων, πηγαίνοντας προς τα έγκατα του σχολείου.

«… Ο Ροδόλφος ήταν ένας υαλοτεχνίτης που ζούσε στην Ιταλία, στην πόλη της Ασίζης. Ο πατέρας του είχε υπάρξει φημισμένος τεχνίτης που, πρώτος αυτός, είχε διδαχτεί την τεχνική ρομανέσκ των γοτθικών βιτρό στο Άουγκσμπουργκ. Όμως, όπως συχνά συμβαίνει, το χάρισμα το καταναλώνει το περισσότερο ο πατέρας και για τον γιο δεν περισσεύουν παρά μόνο κάτι φτωχά υπολείμματα. Με αυτά τα λίγα πάλευε και ο γιος να φτιάχνει τα βιτρό του. Λίγες εκκλησίες δέχονταν να τα βάλουν. Τον Ροδόλφο δεν τον ένοιαζε, όμως. Εκείνος σε μια εκκλησία ήθελε να τοποθετήσει τα έργα του. Και αυτή ήταν η εκκλησία του Αγίου Μαυρικίου. Γιατί η καρδιά του εκεί ήτανε δοσμένη. Στην κόρη του ιερέα της εκκλησίας , την όμορφη Λουίζα. Κι όλο τριγύρναγε εκεί, πότε σαν μάστορας, άμα χρειαζότανε για καμιά επισκευή στα παράθυρα της εκκλησίας, και πότε σαν απλός πιστός. Μα πιστός αγάπης γήινης και όχι του ουρανού. Γιατί όλο και επιδίωκε να βρίσκεται κοντά στην αγαπημένη του. Κι εκείνη δεν τον αποθάρρυνε. Αυτός που του έκοβε τα φτερά ήταν ο πατέρας της, ο παπα-Βικέντιος. Όχι για την κόρη του, για την οποία ίσως και να μην είχε καταλάβει το ενδιαφέρον του Ροδόλφου, αλλά όσον αφορά τις προοπτικές της τέχνης του και τα χρωματιστά τζάμια που κατά καιρούς τού πρότεινε ο νεαρός υαλουργός για να μπουν στην εκκλησία. Εδώ θα πρέπει να σου πω ότι τότε, στον Μεσαίωνα, ήταν που αναπτύχθηκε η τέχνη του βιτρό. Οι φιγούρες και τα σχέδια πάνω στο γυαλί συμβόλιζαν τις μορφές αυτού του κόσμου και το φως του ήλιου όπως έρχεται απ’ έξω ήταν το φως από τον ουρανό, που μεταμορφώνει τα πάντα εδώ…»

«Αυτό, ναι…» ψέλλισε ο Ιάσων, καθώς άκουγε τον Πρόδρομο να του διηγείται χαϊδεύοντας τη γάτα του, η οποία τον κοιτούσε με ύφος γλαρωμένης οδαλίσκης που την ενοχλούν καθώς αναπαύεται στα γόνατα του σουλτάνου της.

Στην πραγματικότητα, ο ρόλος της ήταν πολύ λιγότερο τιμητικός, καθώς δουλειά της ήταν να απαλλάσσει τον γέρο ιδιοκτήτη της από την παρουσία των ποντικιών που συγκατοικούσαν εκεί κάτω, στα έγκατα του κτηρίου, μαζί τους. Ο ίδιος δε ο Πρόδρομος κάθε άλλο παρά έμοιαζε με σουλτάνο, μάλλον το αντίθετο. Έδειχνε πραγματικά σαν ένας πτωχοπρόδρομος, με μάτια που άστραφταν σαν κόκκινες σειρήνες ασθενοφόρου μέσα στο σκοτάδι του υπογείου, και έδινε την αίσθηση ότι τρεφότανε με άγριο μέλι και ακρίδες. Ίσως και να μοιραζότανε με τη γάτα του και κάποια από τα θηράματά της.

«… Ναι. Αυτό νιώθω κι εγώ», συνέχισε τρέμοντας ο καθηγητής Ιάσων. «Το φως να περνάει μέσα από τα χρώματα και τα σχήματα και να γίνεται… Να αλλάζει. Και σε ό,τι πέφτει πάνω του, να το αλλάζει και αυτό. Καταλαβαίνεις;»

Ο γερο-Πρόδρομος ένευσε με κατανόηση. Το ίδιο και η γάτα του. Που ήταν γάτος, τελικά.

«Ακριβώς γι’ αυτό. Ήταν κάτι μαγικό. Η ομορφιά τους ήταν σαν μαγεία. Και ήταν Μεσαίωνας ακόμα. Δεν έπρεπε να είναι τόσο όμορφα. Μόνο ο Θεός μπορεί να φτιάξει κάτι τέλειο. Κι έτσι οι τεχνίτες έπρεπε να προσθέτουν κάποια ατέλεια σκόπιμα στα έργα τους, αλλιώς κινδύνευαν να κατηγορηθούν για αλαζονεία. Ή, ακόμα χειρότερα, για μαγεία.

»“Μη φοβάσαι όμως εσύ”, έλεγε ο παπα-Βικέντιος στον Ροδόλφο, “εσύ δεν διατρέχεις κανέναν τέτοιο κίνδυνο. Τα βιτρό σου είναι γεμάτα ατέλειες. Πολύ παραπάνω από όσο χρειάζεται”.

»Κι ο καημένος ο Ροδόλφος έσκυβε το κεφάλι κι έφευγε. Θα ήθελε πολύ να έβαζε ένα έργο του στην εκκλησία του πατέρα της αγαπημένης του. Θα τον εξύψωνε αυτό στα μάτια της. Και ίσως κάτω από εκείνο το φως, εκείνου του βιτρό, σε εκείνη την εκκλησία, να βρίσκονταν μια μέρα οι δυο τους και να αντάλλασσαν όρκους αιώνιας πίστης στον γάμο τους. Όμως, ο πατέρας της είχε σοβαρές αντιρρήσεις και για τις δύο περιπτώσεις…»
Εδώ ο Πρόδρομος έκανε μία μεγάλη παύση. Ο Ιάσονας περίμενε. Περίμενε κι άλλο. Μέχρι πουαναγκάστηκε να ρωτήσει:

«Και τι από τα δύο έγινε, τελικά;»

«Ό,τι και να έγινε, δεν έγινε με τη σωστή σειρά, πάντως. Γιατί η Λουίζα αρρώστησε. Βαριά. Και ύστερα από λίγο καιρό πέθανε. Και οι δυο άντρες, που τόσο την είχανε αγαπήσει, πόνεσαν βαθιά στον χαμό της. Ο Ροδόλφος εξαφανίστηκε, κανείς δεν τον έβλεπε πια στην εκκλησία του Αγίου Μαυρικίου. Δεν ξεμύτιζε από το εργαστήριό του ούτε για τα εντελώς απαραίτητα.

»Ώσπου μια μέρα βγήκε. Κι εμφανίστηκε στην εκκλησία μπροστά στον έκπληκτο παπα-Βικέντιο. Εκεί του έδειξε το βιτρό που τόσον καιρό κλεισμένος στο εργαστήριό του έφτιαχνε. Ναι, ήταν αυτό που καταλαβαίνεις. Τόσο όμορφο, με τόσο περίτεχνα σχέδια… Το πρώτο αληθινά αναγεννησιακό βιτρό, στη μέση εκεί του Μεσαίωνα, όταν μέχρι τότε μόνο ο χοντροκομμένος γοτθικός ρυθμός υπήρχε. Και στο κέντρο, ανάμεσα στις λεπτεπίλεπτες φιγούρες και στα περίπλοκα σχεδιάσματα, σαν σε μαγική εικόνα κρυμμένη, μία γυναικεία μορφή. Που έμοιαζε με τη μορφή της νεκρής Λουΐζας.

»“Μα είναι τέλειο!” φώναξε ο ιερέας. “Απλώς τέλειο”.

»Την άλλη μέρα παρήγγειλε να γίνει η τοποθέτησή του στον ναό. Στην επισήμανση του νεαρού μήπως θα έπρεπε να προσθέσει κάποια ατέλεια σκόπιμα, ο δύστυχος πατέρας αντιδρούσε φωνάζοντας:

»“Μα είναι τέλειο, απλώς τέλειο!”

»Κι έτσι το βιτρό μπήκε στην εκκλησία. Κι εκεί από κάτω του, κάτω από το φως του, στεκότανε τώρα κάθε μέρα, κάθε απόγευμα, στον Εσπερινό. Και ατένιζε τη μορφή της αγαπημένης του ο Ροδόλφος…»

Ο γερο-Πρόδρομος έκανε πάλι μια παύση. Τόσο μεγάλη, που ο Ιάσων φοβήθηκε μήπως είχε πεθάνει. Όμως, εκείνος ο παράξενος γερο-επιστάτης δεν είχε διασχίσει μια τόσο ακαθόριστα μακρινή διαδρομή μέσα στον χρόνο για να φτάσει στο τέρμα τώρα, σε μία τόσο κρίσιμη στιγμή. Και συνέχισε:

«… Μέχρι που ένα απόγευμα, όταν τελείωσε η ακολουθία, ο νεαρός Ροδόλφος δεν ήταν πουθενά. Κι ούτε ποτέ εμφανίστηκε ξανά κάπου και κανείς δεν τον ξαναείδε. Ποτέ. Ο παπα-Βικέντιος έμεινε μόνο να συνεχίζει τους μοναχικούς Εσπερινούς του».

«Τι έγινε ο Ροδόλφος;» ρώτησε ο Ιάσων με αγωνία.

Ο γάτος ανασήκωσε τους ώμους. Το ίδιο και ο Πρόδρομος.

«Κανείς δεν έμαθε. Ποτέ».

«Και αυτό το τζάμι, το βιτρό… Πώς βρέθηκε εδώ ύστερα από τόσους αιώνες;»

«Κανείς δεν έμαθε. Ποτέ».

«Κι εσύ…»

«Τι; Κι εγώ πώς βρέθηκα εδώ; Κι αυτό κανείς δεν το έμαθε. Ποτέ».

«Εννοώ… Πώς τα ξέρεις όλα αυτά;»

Ακολούθησε μία ακόμα βαθυστόχαστη παύση του Πρόδρομου. Ο Ιάσων ανησύχησε τώρα σοβαρά, καθώς τα μάτια του ήταν κλειστά.

Σε λίγο όμως ο γάτος του άρχισε να ρονρονίζει, και κατά έναν παρόμοιο τρόπο και ο ίδιος να ροχαλίζει.

Ο Ιάσων έσκυψε και τον σκούντησε μαλακά.

«Ποιος είναι;» μουρμούρισε ο Πρόδρομος.

«Εγώ», είπε ο Ιάσων. «Κι εγώ τι πρέπει να κάνω τώρα;»

Είχε μιλήσει στον Πρόδρομο, του τα είχε πει όλα, τι του συνέβαινε με το βιτρό κάθε Τετάρτη απόγευμα. Και τώρα ήθελε –έπειτα και από την ιστορία που είχε ακούσει– μία συμβουλή. Μία καλή συμβουλή.

«Εσύ νομίζω ότι μπορείς να φύγεις τώρα…» είπε ο Πρόδρομος. Και ξανάκλεισε τα μάτια.

Ο καθηγητής Ιάσων αναδύθηκε από τα υπόγεια του σχολείου του μάλλον λιγότερο διαφωτισμένος από όσο όταν είχε καταδυθεί. Κι αν υπήρχε κάτι να καταλάβει σε αυτά που του διηγήθηκε ο Πρόδρομος, του διέφευγε. Το μόνο που καταλάβαινε, με τις γνώσεις του της Φυσικής, ήταν πως εκεί, σε εκείνο το σημείο της σχολικής αίθουσας, υπήρχε ένα ρήγμα στο χωροχρονικό συνεχές. Κι ακόμα ότι η επιθυμία του για το φως του βιτρό δυνάμωνε και γινόταν ακατανίκητη. Σιγά σιγά παραδινόταν σε αυτήν αμελώντας οτιδήποτε άλλο. Δεν αισθανόταν πια καν την ανάγκη να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του προς το κοινωνικό του περιβάλλον, και αν αυτό το περιβάλλον δεν μπορούσε να καταλάβει την αιτία, τόσο το χειρότερο για το ίδιο. Ο καθηγητής Ιάσων, έτσι κι αλλιώς, προχωρούσε προς το μακρινό φως ενός άλλου κόσμου αξύριστος, ατημέλητος, με τσαλακωμένα ρούχα και τρύπια παπούτσια. Στο μάθημα ερχόταν εμφανώς απροετοίμαστος και οι μαθητές του έκαναν τώρα πια ησυχία στην ώρα του, όχι τόσο από σεβασμό, όσο από φόβο προς έναν άνθρωπο του οποίου η λογική διέρρεε εκεί μπροστά τους λίγο λίγο, και ο ίδιος ανέκκλητα γλιστρούσε προς ένα είδος τρέλας, ίσως ιερής. Αυτή την εντύπωση τουλάχιστον έδινε. Μια δυο φορές είχε ορμήσει στην τάξη του Β1 στη μέση κάποιου άλλου μαθήματος, κατευθύνθηκε προς το βιτρό παράθυρο και χρειάστηκε, σχεδόν με το ζόρι, να τον απομακρύνουν.

Στο σπίτι είχε σταματήσει πια ακόμα κι εκείνα τα μοναχικά γεύματα μπροστά στην τηλεόραση ή την εφημερίδα. Έτρωγε το φαγητό του στον δρόμο όπως το αγόραζε (όσο έτρωγε από αυτό και το υπόλοιπο το πετούσε) και πήγαινε σπίτι, όπου έπεφτε στο κρεβάτι να παραδοθεί σε όνειρα, που μέσα από τον πυρετό τους προσπαθούσε να ξανανιώσει λίγη από εκείνη τη γλύκα της ρωγμής των 7:15 μ.μ. Κι όταν πια, επιτέλους, έφτανε η Τετάρτη, ήταν σαν σε παροξυσμό από το πρωί. Το απόγευμα της ίδιας μέρας έμπαινε στην αίθουσα του Β1 τρέμοντας από λαχτάρα και προσμονή. Κι όταν έφτανε η ώρα, η μαγική εκείνη στιγμή που όλα τα άλλαζε, παραδινότανε όπως το μωρό στη μάνα του, ο διψασμένος στην πηγή και το ψάρι στη θάλασσα να αφεθεί σε εκείνα τα λίγα, με το ρολόι μετρημένα και από την άλλη άχρονα και μη μετρήσιμα λεπτά αιωνιότητας.

Όταν αυτό τελείωνε, είχε το πρόσωπο ενός αγίου.

Μα από την άλλη μέρα κιόλας ξεκινούσε πάλι η κόλαση. Γιατί, όταν σε αγγίζει η αληθινή ευτυχία, τότε κάθε επιστροφή, κάθε προηγούμενη κατάσταση, ως δυστυχία πια μπορεί μόνο να βιώνεται. Και η μόνη παρηγοριά είναι η μνήμη και η προσδοκία για την επανάληψη του θαύματος. Και αν στη ζωή σπάνια έως και ποτέ ξαναγίνονται εκείνες οι στιγμές γνήσιας χαράς και αγνότητας –και φταίει μία διαρκώς επιδεινούμενη ενηλικίωση γι’ αυτό– ο Ιάσονας ήταν ένας από τους ελάχιστους τυχερούς που είχε βρει τον τρόπο να κατορθώνει εκείνο το μαγικό ξανά. Όμως, μέχρι να ξαναερχόταν εκείνη η στιγμή, περιέπιπτε σε μία ταπεινωτική κατάσταση όπως αυτή του ναρκομανούς που του λείπει η δόση του. Και τότε το ένιωθε αυτό το βασανιστικό αίσθημα του να έχεις ζήσει έστω και για λίγο στον Παράδεισο κι ύστερα η ζωή έξω από αυτόν, αυτό, αυτή να είναι η Κόλαση… Και καθώς στριφογύριζε στο κρεβάτι του, φέρνοντας ξανά και ξανά στον νου του σπαράγματα από την εμπειρία της προηγούμενης Τετάρτης –ναι, μέσα σε αυτό τον πυρετό που θα μπορούσε να ονομαστεί και τεταρταίος– άρχισε να ξεδιαλύνει τι ήταν εκείνο που του συνέβαινε.

Και γιατί συνέβαινε σε αυτόν, μόνο σε αυτόν. Γιατί στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του υπήρξε ανυπεράσπιστος. Έχοντας υποστεί επί χρόνια τόσες ταπεινώσεις μέσα στη σχολική τάξη, εκείνο που είχε διαρραγεί δεν ήταν απλώς η καθηγητική του εξουσία. Ήταν η ίδια η γνώμη που είχε για τον εαυτό του. Από τη μια στιγμή στην άλλη, κάποια παιδαρέλια τον έκαναν να νιώθει πως είναι ένα τίποτα. Και αυτό σιγά σιγά είχε απλωθεί σε όλη του τη ζωή. Πιο πριν νόμιζε και αυτός πως ήταν κάτι, κάποιος. Όμως, ήταν απλώς η μάσκα που πρέπει να φέρει κάποιος για να μπορεί να κινείται και να διεκπεραιώνει την ύπαρξή του μέσα σε μια οργανωμένη κοινωνία προσωπείων. Και αυτό το προσωπείο τα παιδιά στην τάξη το έκαναν κομμάτια, κάθε μέρα, κάθε ώρα, κι εκείνος στεκόταν μόνο αμήχανος στη μέση εκεί της φασαρίας, δίχως μάσκα μα και δίχως πρόσωπο…

Μόνο… μοναχά όταν στεκόταν εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, στο ηλιοβασίλεμα, σε εκείνο το συγκεκριμένο σημείο, μέσα στο φως είχε πρόσωπο. Και ποιος μπορεί να αντέξει την ομορφιά; Μόνο ο απελπισμένος. Μόνο ο ταπεινωμένος. Αυτός που δεν έχει πια μάσκα, που έχει συντριβεί. Και τότε, μέσα από αυτό τον εξαγνισμό ανοίγει ο δρόμος προς εκείνη την ομορφιά, εκεί πέρα, ναι, να βρίσκει το πρόσωπό του το αληθινό! Κι εκεί στην άκρη, στην άκρη εκείνου του δρόμου…

Στο τζάμι απάνω μέχρι τώρα δεν είχε ξεκαθαρίσει η γυναικεία μορφή για την οποία είχε μιλήσει ο Πρόδρομος. Όμως, τις τελευταίες φορές, τις τελευταίες Τετάρτες, διέκρινε πέρα στο βάθος των εκτυφλωτικών του οραμάτων ένα πρόσωπο, γυναικείο. Όχι, δεν ήταν η Παναγία. Ήταν η Λουίζα. Η Λουίζα η ίδια! Το συνειδητοποίησε ένα βράδυ, καθώς στριφογύριζε κουβαριάζοντας τα σκεπάσματά του. Και κατάλαβε ότι ο πόνος του ήταν απλή, καθαρή νοσταλγία. Κι από την άλλη μεριά εκείνη η μακρινή μορφή στο βάθος του δρόμου ήταν και το γιατρικό του πόνου του. Ναι, κι ακόμα καταλάβαινε τώρα τι είχε απογίνει ο Ροδόλφος. Ναι, τα είχε καταφέρει τελικά και τα δύο πράγματα που ήθελε στη ζωή του. Αν και, όπως είπε και ο Πρόδρομος, όχι με τη σωστή σειρά. Και το βιτρό του είχε τοποθετήσει στην εκκλησία και κάτω από το φως του, ναι, μέσα από αυτό το φως είχε πραγματοποιήσει τους μυστικούς του γάμους με την αγαπημένη του. Από κει μέσα είχε περάσει, εκεί είχε χαθεί. Για πάντα. Κι ακόμα ο Πρόδρομος είχε πει:

«Μπορείς να φύγεις. Εσύ τώρα μπορείς να φύγεις!»

Σαν σε αστραπή που σχίζει μαύρα πέπλα έλαμψαν όλα μέσα του. Αυτή ήταν, τελικά, η συμβουλή του Πρόδρομου. Και αυτό θα έκανε. Σαν τον Ροδόλφο! Τον ίδιο δρόμο θα ακολουθούσε και αυτός. Και πίσω του δεν θα άφηνε τίποτα. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν ο ίδιος να αφεθεί. Με όλη του την εμπιστοσύνη, με όλη του τη σκληρά πληρωμένη αγνότητα. Και να δοθεί σε εκείνο το φως. Ή στην αγαπημένη του…

Με τα λίγα υπολείμματα λογικής που του είχαν απομείνει, καθόρισε και τη μέρα της αναχώρησής του. Θα ήταν η δεκάτη πέμπτη Ιουλίου. Εκείνη τη μέρα ζήτησε να έχει τη θερινή του εφημερία στο σχολείο. Στη μέση του καλοκαιριού. Ολόκληρο το σχολείο και η αίθουσα του Β1 θα ήταν άδεια. Κι εκείνος ανενόχλητος, ανεμπόδιστος από οποιαδήποτε άλλη παρουσία, θα δραπέτευε, θα προσχωρούσε στο φως. Ο Οδυσσέας θα έλυνε τα σκοινιά από το κατάρτι που τον είχαν δεμένο. Ο Ιάσων θα ξεκινούσε την αργοναυτική του εκστρατεία προς το χρυσόμαλλο δέρας. Ο Ροδόλφος θα ξανάβρισκε τη Λουίζα του. Και σαν αγνός πρωτόπλαστος θα εισχωρούσε μέσα από τη ρωγμή στον κήπο του πάλι. Ναι, γύριζε σπίτι. Επιτέλους!


Ήταν 7:15 μ.μ. της δεκάτης πέμπτης Ιουλίου 20… που ο καθηγητής Ιάσων στεκόταν στη μέση της άδειας τάξης Β1. Βάσει των υπολογισμών του, το φως, σύμφωνα με την περιστροφή της Γης γύρω από τον Ήλιο, θα ερχόταν περίπου στις 7:45 μ.μ. Κοίταξε γύρω του. Τα θρανία και τις καρέκλες, τον πίνακα και την έδρα. Τα πορτρέτα των πένθιμων ηρώων στους τοίχους. Τον χώρο όπου εκεί μέσα τόσο είχε υποφέρει και που τώρα από τόπος του μαρτυρίου και εξαγνισμού του θα γινόταν τόπος ανύψωσης και μεταμόρφωσης. Πράγματι, δεν είχε τίποτα να αφήσει πίσω του κι ούτε να αποχαιρετίσει. Πήγε και στάθηκε στο σημείο όπου από τις άλλες φορές ήξερε ότι θα περάσει το φως από το βιτρό και θα πέσει. Έκλεισε τα μάτια. Περίμενε…

Άνοιξε τα μάτια. Από τον ήχο των βημάτων που σέρνονταν στο δάπεδο. Ο Πρόδρομος τον κοιτούσε. Και τον κοιτούσε αποφασιστικά. Το ίδιο και ο γάτος του. Έτσι ένιωσε ο Ιάσων. Ότι εκκρεμούσε μία προς εκτέλεση απόφαση εδώ, σε αυτό το μέρος, αυτή τη στιγμή.

Κανείς τους δεν ρώτησε τον άλλο τι έκανε εκεί και τι ζητούσε.

Ο Πρόδρομος μόνο είπε:

«Εντολή του διευθυντή».

«Ποια εντολή;» ρώτησε ο Ιάσων τρέμοντας.

Ο Πρόδρομος έδειξε ένα βαλιτσάκι που είχε μαζί του και έδειχνε να είναι σαν εργαλειοθήκη.

«Να το κλείσω», είπε βραχνά.

«Τι; Ποιο πράγμα;»

Η γάτα κοίταξε ψηλά προς το βιτρό.

Ο Πρόδρομος εξακολουθούσε να τον κοιτάζει. Ίσια μέσα στο βάθος των ματιών. Ύστερα του πρότεινε ένα χαρτί.

«Θερινές εργασίες: Κλείσιμο και χτίσιμο του φεγγίτη στην αίθουσα Β1», διάβασε ο καθηγητής Ιάσων με φωνή που συνέχισε να τρέμει.

Ο Πρόδρομος ένευσε επιβεβαιωτικά.

«Και… θα το κάνεις;»

Ο Πρόδρομος ένευσε πάλι. Επιβεβαιωτικά.

Σιωπή.

Ύστερα ο Ιάσων ρώτησε:

«Γιατί;»

«Εντολή. Του διευθυντή», είπε ο Πρόδρομος με βραχνή φωνή πάλι.

Ο γάτος του κοιτούσε τριγύρω με ένα ανυπόμονο ύφος, σαν εντεταλμένος προϊστάμενος που τον καθυστερούσαν με χρονοβόρες, τυπικές διαδικασίες.

« Οι μαθητές… Τους αποσπούσε την προσοχή… Την ώρα του μαθήματος… Μου είπε να το κλείσω…» είπε ο Πρόδρομος κομπιάζοντας, ίσως γιατί πολύ σπάνια βρισκόταν στη θέση του να πρέπει κάτι να εξηγήσει. Και αν αυτό δεν του ήταν τόσο κουραστικό, θα μπορούσε ακόμα να εξηγήσει ότι ήταν υποχρεωμένος απέναντι στον διευθυντή, με αντάλλαγμα τη διαμονή του κάτω στα υπόγεια, να κάνει ορισμένες δουλίτσες που του ανέθετε για το σχολείο. Χώρια που αυτό αόριστα του θύμιζε τα ακόμα πιο αόριστα νιάτα του, όταν σε αυτό το σχολείο όλα περνούσαν από τα χέρια του.

Απλώς συμπλήρωσε:

«Πρέπει».

«Όχι δεν… δεν μπορεί… Αφού το ξέρεις κι εσύ… τι είναι αυτό… Η Λουίζα… η ομορφιά, τόση ομορφιά… το φως… Με καλεί… μπορώ να φύγω, μου το είπες κι εσύ ότι μπορώ… Τώρα… Πρέπει!»

Τα λόγια του Ιάσονα ακούγονταν σαν τις τελευταίες λέξεις από το στόμα ενός κατάδικου, που βγαίνουν σκουντουφλώντας η μία πάνω στην άλλη, την ώρα που αιφνίδια τον στήνουν για εκτέλεση και προσπαθεί να κάνει στα γρήγορα μία λογική συζήτηση με τον δήμιό του. Γιατί το ήξερε πως θα ήταν καταδίκη να παρέμενε εδώ. Αν δεν έφευγε μέσα από αυτή τη ρωγμή που τώρα πήγαιναν να του κλείσουν, θα έμενε θνητός, άλλος ένας μέσα στους άπειρους άλλους, εγκλωβισμένος στον χρόνο τους, έχοντας όμως ξεχάσει τον τρόπο τους, σημαδεμένος οριστικά από μία ευτυχία ακριβώς το αντίθετο: άχρονη και άτροπη.

Και η Λουίζα, πέρα, από εκεί πέρα, κοιτούσε ανήμπορη. Τα γλυκά της χείλη να ψελλίζουν:

«Ροδόλφε!»

Ο Πρόδρομος κοιτούσε τώρα κι αυτός προς τα εκεί, ψηλά στον φεγγίτη με το βιτρό. Ήταν για μια στιγμή σαν να έβλεπε κι εκείνος πίσω και πέρα από το χρωματιστό τζάμι. Και το βλέμμα του σαν να μην ήταν τώρα τόσο αποφασιστικό. Σαν η γλυκιά Λουίζα από κει, από το βάθος της δικής της μυστικής διάστασης, να του έστελνε το απαλό, παρακλητικό της μουρμούρισμα και να του γαλήνευε εκείνη τη σκοτεινιά μέσα του. Ή μήπως ήταν απλώς τα λόγια του Ιάσονα, που τον είχαν συγκινήσει;

Γύρισε και βγήκε από την αίθουσα, κλείνοντας την πόρτα με προσοχή.

Πίσω του ο Ιάσων αναστέναξε με ανακούφιση.

Είχε προλάβει να δει τα μάτια του Πρόδρομου καθώς γύριζε για να φύγει. Κι ένιωθε ευγνωμοσύνη για εκείνη τη μικρή υγρασία που φευγαλέα γυάλισε μέσα τους.

Όμως, είχε απομείνει ακόμα κάτι, σαν ένα είδος μετενέργειας από το προηγούμενο σκληρό βλέμμα του Πρόδρομου, να πλανιέται στην αίθουσα.

Ήταν ο γάτος του. Που τον κοιτούσε με ένα τέτοιο βλέμμα.

Γιατί δεν έφευγε κι αυτός;

Γιατί δεν είχε ακολουθήσει το αφεντικό του;

Η πόρτα άνοιξε πάλι και μπήκε ο Πρόδρομος κουβαλώντας μια σκάλα. Πήγε και την έστησε κάτω από τον φεγγίτη με το βιτρό. Ύστερα άνοιξε το βαλιτσάκι. Έβγαλε ένα αντικείμενο στρογγυλό και μεταλλικό. Αυτό ήταν το κάλυπτρο. Και ήταν μαύρο. Κρατώντας το στο ένα χέρι, άρχισε να ανεβαίνει τη σκάλα. Για να βάλει τα σημάδια. Στην κορυφή της, στάθηκε και κοίταξε το χρωματιστό τζάμι από κοντά. Για μια στιγμή έδειχνε σαν πολεμιστής που ατενίζει μέσα από τη στενή του πολεμίστρα πέρα μακριά σκοτεινές πεδιάδες και ανεξερεύνητους κάμπους με μυστηριώδη ποτάμια. Και κάπου στο βάθος, σαν μέσα από ένα ακόμα πιο σκοτεινό ενυδρείο, μία ακαθόριστη μορφή να αναδεύεται εκεί, περιμένοντας το φως για να αποκαλυφθεί.

Ο γερο-Πρόδρομος γύρισε και κοίταξε κάτω, στη βάση της σκάλας. Στο βλέμμα του τρεμόπαιζε πάλι κάτι σαν μια αχνή αντανάκλαση από εκείνο το γυάλισμα. Από κει κάτω, ο Ιάσονας έπιασε ξανά για λίγο ένα τελευταίο ελπιδοφόρο σημάδι.

«Λοιπόν;» ρώτησε με αγωνία.

Ο Πρόδρομος έκανε μία από τις περίφημες παύσεις του. Κι ύστερα μίλησε:

«Λέω…»

«Ναι;»

«… να το κλείσω τελικά».

«Εντάξει», είπε ο καθηγητής Ιάσων. Και κλότσησε με δύναμη τη σκάλα.

Πρώτα έπεσε με ένα δυνατό κρότο το μαύρο κάλυπτρο. Κι ύστερα με έναν γδούπο οριστικό και αμετάκλητο ο Πρόδρομος. Ο γάτος με ένα ουρλιαχτό τινάχτηκε πέρα.

Για λίγες στιγμές έμειναν και οι τρεις τους ακίνητοι σαν νεκροί. Αλλά μόνο ο ένας τους ήταν. Μια λιμνούλα αίμα άρχισε να ξεπροβάλλει σιγά σιγά στο δάπεδο, κάτω από το κεφάλι του Πρόδρομου, και να μεγαλώνει.

Ο Ιάσων άρπαξε τη σκάλα. Την έστησε και ανέβηκε επάνω. Περίμενε.

Κοίταζε με λαχτάρα μέσα στο βιτρό τζάμι. Να ανιχνεύσει εκείνο το μαγικό, λυτρωτικό βάθος, την άλλη διάσταση. Όμως, όλα επάνω στο τζάμι, χρώματα, σχέδια και υλικό, παρέμεναν απελπιστικά δισδιάστατα. Καμιά μορφή δεν διαφαινόταν πέρα εκεί να τον καλεί, καμιά Λουίζα να φωνάζει τον Ροδόλφο της… Και κανένα φως δεν ερχόταν.

Περίμενε…

Κάτω, στο πάτωμα, ο γάτος έγλειφε το αίμα του αφεντικού του.

Περίμενε…

Κοίταξε το ρολόι στον τοίχο της αίθουσας. 7:47 μ.μ. Το ρολόι στο χέρι του. 7:48 μ.μ.

Ναι, αυτό θα ήταν. Η μαγική στιγμή είχε περάσει. Με όλη τη φασαρία που προηγήθηκε, κάτι είχε πάει λάθος. Ένα πολύ μεγάλο λάθος. Αύριο όμως όλα θα γίνονταν σωστά. Θα υπολόγιζε ακριβώς, θα ήταν εδώ, στο σημείο που έπρεπε, τη στιγμή που έπρεπε. Ξανά. Κανένα λάθος δεν θα ξαναγινόταν και τίποτα δεν θα τον εμπόδιζε. Ξανά.

Κι αν ούτε αύριο, τότε μεθαύριο… Και την παράλλη μέρα, ξανά. Ξανά… ξανά…

Θα έβρισκε εκείνη την αγνότητα ξανά. Ξανά… ξανά… ξανά…

2015

 


Βασίλης Κατσικονούρης

   


 Βιβλία του συγγραφέα από τις εκδόσεις Καστανιώτη

 


 

Επιλογές από τη Βιβλιοθήκη

  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9

Γράφουν - Συνεργάζονται

Ντόρα Ρίζου
Τάκης Σιμώτας
Βασίλης Κατσικονούρης
Ευσταθία
Γιώργος Τζιουβάρας Tenorman
Νίκη Μαυροειδή
Δημήτρης Κοτάκος
Βαγγέλης Γαροφάλλου
Μιχάλης Ρίζος
Ροδιανός Αντωνακόπουλος